16.11.16

ρυμοτομίες της μέρας

σε ύφανση πυκνή τα σύννεφα στον ουρανό 
κεντάει ο ήλιος

κι ήρθε η μέρα που δεν ήρθες

σαν χαλασμένο δόντι σφραγίζεται η πόλη


βρεθήκανε μετά από καιρό  όλες οι μέρες

σε μια φωτογραφία στιγμιαία που χάσαμε

έτσι όπως κόβονται μία μία μεταξύ μας οι κλωστές 
να δούμε τώρα με τι πανί θα τυλιχτούμε

με μετέωρο βλέμμα στο κοινό κενό
για το ελάχιστο πάντοτε φως
πολλαπλάσιο νύχτας σκοτάδι

ανοίγει σαν βεντάλια κάποτε ο κόσμος κι ανασαίνεις

στις λέξεις νότες και στα δάχτυλα σιωπές

ω τι ωραία μέρα να πεθάνει ό,τι δεν ζει προτού μας αφανίσει 

16.10.16

το ψέμα έχει κοντά

ο διάολος, λένε, κρύβεται στις λεπτομέρειες. εκεί λοιπόν που πουλάς την ψυχή σου στο διάολο κι έχεις τον διάολο μέσα σου, κατά διαβολική τύχη σπάει ο διάολος το ποδάρι του -σταδιάλα- κι όλα πάνε κατά διαόλου. βέβαια, θα μου πεις ο διάολος έχει πολλά ποδάρια. τρέχα γύρευε τώρα σε ποιο απ΄όλα βρίσκεται η κάλτσα.

2.10.16

αντιστάθμιση

έβλεπε ως συνήθως εκείνα που δεν ήθελε να δει. κι αυτά που δεν αλλάζουν, για κοίτα είπε πώς αλλάζουν τον ίδιο δρόμο μια διαφορετική στιγμή.

17.9.16

και

όπως λέει μια παροιμία:
απ΄το χωριό ερχόμαστε και ξύλο στους φασίστες
[Στενή Ευβοίας]

24.8.16

μ

μεγάλες οι αποστάσεις όταν είσαι μικρή. απ΄το λιμάνι στο σπίτι μια ραχοκοκαλιά ψαριού ο δρόμος που σ΄έχει καταπιεί. στρίβει με τη διχαλωτή ουρά κι ακόμα είσαι εκεί. σα μεγαλώσεις για να χωρέσεις στα ίδια μικραίνουν ό λ α.

4.7.16

╠╬╩╦╣

είχε μπερδέψει τους δρόμους δε θυμόταν την οδό. είχε παρκάρει μπροστά σ΄ένα σπίτι που έτρεχε.
*
να ταξιδέψει ήθελε κι είχε σταθεί εδώ. σε εκείνη τη στιγμή που διαρκούσε ακόμα. 
*
ίχνη βημάτων σβήνουν μεμιάς κάτω απ΄το πεζοδρόμιο βότσαλο γίνεται.
*
ψάχνει να χωθεί στο λιμάνι ο πειραιάς αχτίδα απ΄τον ήλιο που φεύγει. όλα γύρω χτισμένα. κάθε τόσο και κάποιος γκρεμίζεται.
*
απ΄το παράθυρο στάζει ζέστη και νερό απ΄το κλιματιστικό. ένα παιδί απ΄όροφο σε όροφο κάνει μακροβούτια. η άδεια κάμαρα σωσίβιο.
*
κλείνει τα μάτια βλέπει μπροστά ένα περίπτερο ανοιχτό. όλες οι ανάγκες κρεμασμένες από τα μανταλάκια κι η επιθυμία παγωτό που λειώνει.
*
χορεύει μες στο φως ξεφλουδισμένη μια αφίσα. χρησμοδοτεί το καινούργιο έγκαυμα.
*
η απουσία στο τέλος καταντά να είναι παρουσία. μια εικόνα εμφανίζεται από το πουθενά για να τα εξαφανίσει όλα. μετά το κλείσιμο των ναυπηγείων σκαραμαγκά, άνεργοι συνεχίζουν να υπογράφουν καθημερινά και για καιρό στο βιβλίο παρουσιών της κλειστής εταιρείας. 
*
ξεραίνεται το στόμα στεγνώνει η αποβάθρα γεμίζει η βαλίτσα χάνεται έτσι όπως χύνεται ο καφές στο πλαστικό ποτήρι που αδειάζει. 
*
μιας δεύτερης ζωής το φλούδι κέρματα και κλειδιά στη τσέπη μιας σκιάς φιστίκια ξεχασμένα.
σπασμένα στο βυθό γυαλιά αντανακλούν βλέμματα ραγισμένα.
*
ναι· της ανορθογραφίας η ηχώ του όχι. 
*
απ ΄το ανοιχτό κουτί της υστερίας η γεωγραφία όλο και πιο πολύ ιστορία μοιάζει.
*
μιλάνε για τα πάντα όλα εκτός. φυσάει απαλά παίρνει από δίπλα τις λέξεις. μαθαίνεις ν΄ακούς όταν όλα σωπαίνουν.
*

10.6.16

δίστιγμο:

στιγμιαία άνω·κάτω τελεία.